Τα παλιά και τα καινούργια

Του Νίκου ΘΕΟΤΟΚΑ


Πριν από δέκα χρόνια είχα δημοσιεύσει στο περιοδικό Ο Πολίτης ένα κείμενο περί "Καντείου Πανεπιστημίου", το οποίο, τότε, θεωρήθηκε υπερβολικό και αντιδεοντολογικό, καθώς "φωτογράφιζε" συναδέλφους πανεπιστημιακούς, οι επιφανέστεροι των οποίων συγκαταλέγονται σήμερα στους υποδίκους για το λεγόμενο "σκάνδαλο του Παντείου". Έκτοτε έχει χυθεί πολύ νερό στο αυλάκι. Και, δυστυχώς, έχουμε πλέον μάθει από την καλή κι από την ανάποδη ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική διάλυσης του δημοσίου και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου δεν ενέσκηψε στο πουθενά. Δεν την κουβάλησε στην πλάτη του κάποιος συνονόματος του ομηρικού Ούτινος. Στηρίχθηκε σε πρόσωπα με ονοματεπώνυμο. Διότι η πολιτική της απορρύθμισης του δημοσίου και ακαδημαϊκού πανεπιστημίου προϋπέθεσε, στήριξε και εξέθρεψε εξ αρχής δεδομένους κύκλους ποντικών και αρουραίων, συγκεκριμένες διοικήσεις εξαρτημένες από τα κόμματα εξουσίας, απτά πελατειακά δίκτυα και επώνυμους παράγοντες της πανεπιστημιακής ζωής που εξαγόραζαν, απειλούσαν, εκβίαζαν και τρομοκρατούσαν ανθρώπους και θεσμούς. Πρόσωπα και ομάδες συμφερόντων που άπλωσαν το χέρι στη δημόσια περιουσία εκποιώντας και καταστρέφοντας το κύρος των πανεπιστημιακών οργάνων και εκμηδενίζοντας το σημαντικό έργο της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Η κόπρος που σωρεύτηκε από εκείνα τα χρόνια χρησιμοποιείται και σήμερα για την υπονόμευση και τη δυσφήμιση του ελληνικού δημοσίου πανεπιστημίου στο σύνολό του. Η διαφθορά των ολίγων χρωματίζει τα μεγάλα σύνολα. Κι όλοι κάνουν πως ξεχνούν ότι αυτό το ίδιο το πληγωμένο, το καταταλαιπωρημένο δημόσιο πανεπιστήμιο και η κοινότητα των πανεπιστημιακών, που στην πλειονότητά της απαρτίζεται από συνεπείς λειτουργούς της δημόσιας παιδείας, παρακάμπτοντας τα χίλια εμπόδια, έφεραν ή φέρνουν επιτέλους στο φως και στη δικαιοσύνη πολλές από αυτές τις υποθέσεις. Παρά και ενάντια στις συναινέσεις του δικομματισμού.
Έχουν περάσει δέκα χρόνια καταστροφών. Σήμερα, ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω, κι άλλο ένα μπρος κι άλλο μισό ακόμα, ο επαγγελματισμός των πανεπιστημιακών που υπερασπίζονται τον δημόσιο και ακαδημαϊκό χαρακτήρα των ΑΕΙ φτιάχνει ήδη σταθερότερα αναχώματα απέναντι στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα και τους θιασώτες του πανεπιστημίου - επιχείρηση.
Θεωρώντας πως ομιλεί περί ζιζανίων που πρέπει και, αν θέλουμε, είναι ακόμα δυνατό να μαραζώσουν στα πανεπιστήμια, επανέρχομαι σ' αυτό το παλιό κείμενο με ελάχιστες διορθώσεις οι οποίες, κυρίως, αφορούν τη διατύπωση και την απαλοιφή των παρεμβάσεων που του επιφύλαξε τότε ο γνωστός μας δαίμων του τυπογραφείου, καθώς και με μικρές περικοπές, για τις ανάγκες των "Ενθεμάτων".


Τα πανεπιστήμιά μας...

Περιήγηση πίσω από τον καθρέφτη

Πρώτη δημοσίευση: Ο Πολίτης, 126 (Μάιος 1994) 30-32

Τον τελευταίο καιρό θαυμάζουμε στις σελίδες του Τύπου περίτεχνα γραμμένες ιστορίες που αφορούν καταγγελίες και υπαινιγμούς σχετικά με τον βίο και τα έργα ανθρώπων των πανεπιστημίων μας. Στα συγκεκριμένα παραδείγματα, ως ακραία, δεν αναγνωρίζεται εύκολα η εικόνα της κατάστασης που επικρατεί στα ελληνικά ΑΕΙ. Και τούτο, διότι αποτελούν κακέκτυπες μεγεθύνσεις, μα κι επιτυχείς καρικατούρες των αυθεντιών που καθορίζουν τα πανεπιστημιακά μας πράγματα. Σε κάθε εχέφρονα πανεπιστημιακό τα παραδείγματα αυτά προκαλούν αποστροφή. Μα, καθώς ετοιμάζεται να αναφωνήσει "εις το πυρ, εις το πυρ το εξώτερον οι δαιμονισμένοι", έρχεται ο δαίμονας και του λέει στ' αυτί πικροχαμογελώντας: "Για σένα ομιλεί ο μύθος. Και να το θυμάσαι αυτό αύριο, όταν ζητήσεις ν' ανέλθεις βαθμίδα ή αν λιγουρευτείς να αυξήσεις κατά τι το εισόδημά σου".
Νέα συστήματα εξουσίας αντικαθιστούν τα παλαιά. Η αναπαραγωγή της υποτέλειας. Παλαιοί θεράποντες της έδρας που καμώνονται, με όλους τους τύπους, πώς κάνουν σπονδές στις Μούσες, στήνουν το νέο πανεπιστήμιο σε μπερντέδες του θεάτρου σκιών. Μετά την κατάργηση της έδρας, οι δυναμικές της παλινόρθωσης. Μ' αυτά και με 'κείνα, τα πανεπιστήμιά μας πιέζονται ν' αποτελέσουν μηχανισμούς παραγωγής αυτοματισμών που καταργούν τη σκέψη και τον αναστοχασμό. Μηχανές παραγωγής παραγωγών του αυτονόητου. Μηχανές νομιμοποίησης, διά του τρόμου, των αδρανειών που μας καταπίνουν.
Ο "εκδημοκρατισμός" του ελληνικού πανεπιστημίου θεωρήθηκε και βιώθηκε ως πράξη κάθαρσης. "Τέλος εποχής". Ρίξαμε λοιπόν στη φωτιά, σε πλατείες και σταυροδρόμια, ομοιώματα της καθηγητικής έδρας και του Παλαιού Καθεστώτος. Υπό τους ήχους της Μαρσεγιέζ και της Παξιμαδοκλέφτρας καρατομήσαμε ανδρείκελα, σύμβολα της παραδοσιακής πανεπιστημιακής αυθεντίας. Κι υστέρα, αφού το πεδίο καθαρίστηκε από τα ξέφτια και τ' αποκαΐδια των συμβόλων, ζήσαμε την αποκατάσταση, με τρισάγια, παράτες και κωδωνοκρουσίες, της παραδοσιακής ησυχίας του βασιλείου. Μόνο που τώρα τη θέση των παλιών εγγυητών της τάξης κατέλαβαν πρώην αυλικοί και γελωτοποιοί οι οποίοι, για να πάρουν τον εαυτό τους στα σοβαρά, φόρεσαν ό,τι βρήκαν στα παραβιασμένα σεντούκια: παλαιικές ρεντιγκότες, διάσημα, μετάξια, συγκλητικές τηβέννους, κατσιασμένες βασιλικές προβιές. Κι υστέρα, αφού, στ' αλήθεια, πήραν στα σοβαρά γι' Αφέντη τις καρικατούρες πού έφτιαξαν, στάθηκαν μπροστά στον καθρέφτη, καμαρώνοντας τα πλουμιά τους. Διακρίνοντας κύρος και εξουσία σε είδωλα πιτσιλισμένα από ευρωκεντρικές ιδεοληψίες, εθνικιστικές μικροδοξίες και κακοχωνεμένα περιττώματα ορθολογισμού. Στο νέο πανεπιστήμιο, οι σχέσεις εξουσίας ξαναστήθηκαν όπως οι κωμωδίες του μπερντέ. Νέον έργον: "Ο Καραγκιόζης αυτοκράτορας". Έτσι, καθώς η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, οι νοσταλγίες για την εξουσία της εκπεσούσης έδρας έστησαν απερίγραπτα σενάρια νοσηρής ιδιοτέλειας. Σενάρια πλεγμένα σε νέες σχέσεις πελατείας και δουλείας που, ηθελημένα ή αθέλητα, υπαγορεύτηκαν από τις διατάξεις του Νόμου-Πλαίσιο για τη λειτουργία των ΑΕΙ.
Ξεκινήσαμε σαν να μιλάμε για συγκεκριμένες περιπτώσεις και ήδη κινδυνεύουμε να χαλάσουμε τις καρδιές μας. Ας το αποφύγουμε για την ώρα κατασκευάζοντας ένα φανταστικό παράδειγμα, το Κάντειον Πανεπιστήμιο, κι ας παίξουμε μ' αυτό στο παιχνίδι του καθρέφτη. Το Κάντειον Πανεπιστήμιο, λοιπόν, αντιπροσωπεύει ακραία τις αγωνίες και τις μέριμνες που θεωρούν πως κουβαλούν στις πλάτες τους οι πανεπιστημιακοί μας άνθρωποι, χωρίς, όμως, κανείς να πρέπει να ταυτίσει με το είδωλο τον συγκεκριμένο του εαυτό. Ιδού λοιπόν, αγαπητέ αναγνώστη, μ' ένα ανάλαφρο πηδηματάκι βρίσκεσαι κιόλας πίσω απ' το γυαλί, στη χώρα του Καντείου.
Στη χώρα του Καντείου, λοιπόν, πριν καλά-καλά προλάβεις να προσγειωθείς και να σταθείς στα πόδια σου, σε ζώνουν σύννεφα μπογιάς, χρωματίζοντας αδιάκριτα την κεφαλή, τα μέλη και τα ρούχα σου. "Για να σε βλέπουμε", σου λέει ευγενικά ο επί της υποδοχής. "Τα χρώματά μας σου δίνουν υπόσταση, σε κάνουν ορατό. Αν δεν σε χρωματίσουμε, δεν υπάρχεις για μας που είμαστε γύρω σου~ κι αν δεν υπάρχεις για μaς, τότε δεν υπάρχεις καθόλου εδώ μέσα". Τον ευχαριστείς για την τόσο σημαντική πληροφορία, για το πώς, δηλαδή, μπορείς πλέον να θεωρείς ότι υπάρχεις εδώ δα, κι ετοιμάζεσαι να περάσεις στα ενδότερα. Δεν προλαβαίνεις, όμως, να κάνεις μισό βήμα και ο επί της υποδοχής σε σταματά: "Πού πάς; Δεν τελειώσαμε τις διατυπώσεις. Αλήθεια, τι χρώμα έχεις;" ρωτά αυστηρά. "Αλήθεια, τι χρώμα έχω τώρα;" αναρωτιέσαι κι εσύ με τη σειρά σου. Πίσω από τον καθρέφτη, το πρόσωπο σου δεν καθρεφτίζεται παρά στα μάτια του άλλου: The looking-glass self. Μονάχα ψάχνοντας στα μάτια του άλλου μπορείς να βρεις το χρώμα του εαυτού σου. Και το πρώτο πλάσμα που συνάντησες εδώ, αντί να σε φωτίσει, σε ρωτά να του πεις τι χρώμα είναι αυτό που μόνο στα μάτια του θα μπορούσες να διακρίνεις. Αν δεν απαντήσεις, θα θεωρήσει ότι παραδέχεσαι πως δεν υπάρχεις στον κόσμο του. Εσύ, όμως, γνήσιο τέκνο του Καρτέσιου, γνωρίζεις πως, εφ' όσον η ερώτηση περί του χρώματός σου σε κάνει ν' αναρωτιέσαι και περί του εαυτού σου, τότε, αν μη τι άλλο, θα πρέπει λογικά να υπάρχεις αντικειμενικά. Κι αν, όντως, υπάρχεις αντικειμενικά, τότε θα πρέπει αυτό να μπορέσουν να το αποδεχτούν κι οι άλλοι. Το μπέρδεμα, όμως, είναι ότι για να σε κατατάξουν εδώ στα διακριτά αντικείμενα, ο κανόνας επιβάλλει να ξέρεις και να πεις πρώτα το χρώμα σου. Έτσι, δεν μένει παρά να τους ρωτήσεις τι είναι αυτό πού ενώ σε ρωτούν να τους το πεις, μόνο εκείνοι μπορούν να το ορίσουν. Να στο πουν, για να τους το δηλώσεις.
"Λοιπόν;", ξαναρωτά. Πας να ψελλίσεις κάτι που ακούγεται σαν: "Δεν..., εεε..., δεν...", μα σε διακόπτει: "Μπράβο! Αυτό είσαι. Ούτε πράσινος ούτε και κίτρινος". Κοιτάς με απόγνωση αυτόν πού σε εισήγαγε στη διαλεκτική των χρωμάτων και λες με όση γλύκα μπορείς ν' αντλήσεις από τα τρομαγμένα σου φυλλοκάρδια: "Πήρα ωραίο χρώμα, ε;" Εκείνος, επιτέλους, χαμογελά λέγοντας: "Ε, λοιπόν, καλώς έχει. Γίνεσαι δεχτός όπως χρωματίστηκες. Μπορείς να περάσεις στα ενδότερα". Προσπερνάς βιαστικά κι ούτε που σκέφτεσαι να ρωτήσεις περισσότερα. Ξέρεις πια πως έχεις κάποιο χρώμα, που δεν είναι ούτε πράσινο ούτε κίτρινο, και προσδοκάς στη διακριτικότητα όσων συναντήσεις να μη ρωτούν για πράγματα που κολαούζο δεν θέλουν. Ευφυής καθώς είσαι, με τον καιρό θα συναγάγεις λογικά ποια είναι και η ακριβής χρωματική σου ταυτότητα.
Εκεί που πας να ηρεμήσεις στην ασφάλεια των συλλογισμών σου, μια φωνή σου ξανακόβει τα ήπατα: "Να προσέχεις που πατάς~ θα λερωθείς κι ύστερα ποιος κάθεται να σε κόβει κομματάκια-κομματάκια για να σε καθαρίσει". Στρέφεις το βλέμμα και βλέπεις έναν ροζ τυπάκο, που έρχεται κεφάτα να σε καλημερίσει. "Με αναγνώρισε για δικό του", σκέφτεσαι με ανακούφιση καθώς τον αντιχαιρετάς. "Άρα, λογικά, κι εγώ θα είμαι ροζ". Λογικά, λοιπόν (πώς αλλιώς;), απέκτησες συνείδηση ταυτότητας. Και, λογικά επίσης, ανήκεις πλέον κάπου. Ανακούφιση. Πατάς στο Κάντειον και είσαι με τους Ροζ. Να προσέχεις μόνο μην τυχόν και λερωθείς. Κυρίως με πράσινο και κίτρινο.
Αποφασίζεις, με περισσότερο κέφι κι αυτοπεποίθηση, να συνεχίσεις την περιδιάβασή σου. Κι όταν γυρνάς το κεφάλι να πεις ένα "γεια" στον ροζ τυπάκο που σου άνοιξε τα μάτια, δεν πιστεύεις αυτό πού βλέπεις. Εκεί που κάθεται, αλλάζει χρώμα. Έτσι όπως στέκεται και σε κοιτάζει, λίγο-λίγο γίνεται μπλε. Από τα νύχια προς την κορφή. Να η απόδειξη, μονολογείς, πως το μοντέρνο πανεπιστήμιο είναι πολύ σοβαρό πράγμα για να το καταλάβεις με το πρώτο. Το ξανασκέφτεσαι. Η Λογική λέει ότι με τα δεδομένα που έχεις ώς τα τώρα, δεν μπορείς να ξέρεις με σιγουριά ούτε τι χρώμα είσαι, μα ούτε και τι χρώμα δεν είσαι --γιατί αυτοί πού είναι ροζ μπορούν να γίνουν μπλε χωρίς κανέναν προφανή για σένα λόγο~ και, άρα, αυτοί που είναι πράσινοι ή κίτρινοι μπορεί ξάφνου να γίνουν ένας Θεός ξέρει τι. Καθόλου απλά πράγματα.
Μ' αυτές τις σκέψεις περνάς τη σιδηρά πύλη του Κεντρικού Κτηρίου. Χαμηλά φώτα, μινωικής έμπνευσης χρωματισμοί, ψηφιδωτά, διάδρομοι στρωμένοι με επισημοφανείς μοκέτες, πόρτες κλειστές.
"Ψιτ, ψιτ", ακούς και, γυρίζοντας, βλέπεις πάλι τον ροζ φίλο που έγινε μπλε. Ευτυχώς που τον είδα ν' αλλάζει χρώμα, σκέφτεσαι, γιατί αλλιώς μπορεί και να μην τον γνώριζα. Τι αγένεια και αγνωμοσύνη θα μπορούσε να μου καταλογίσει.
"Κάτσε να σε πάω", σου λέει, κι εσύ αναρωτιέσαι για το πώς είναι δυνατόν να γνωρίζει πού πας, αφού κι εσύ ο ίδιος δεν το ξέρεις. Σε κατευθύνει, με τακτ, λέγοντάς σου με τρόπο πού σε γεμίζει σιγουριά και ασφάλεια: "After you, baby". Baby! Τέτοια οικειότητα σου κόβει τα πόδια. Αφήνεσαι να σε οδηγεί με τρόπο πού σε κάνει να νιώθεις ότι εκείνος είναι που σ' ακολουθεί.
Σε σταματά μπροστά σε μια πόρτα όπου διαβάζεις: "Αίθουσα Παιγνίων". Ανοίγοντας σε λούζει ζεστό φως, φως πού όλα τα δείχνει μπλε. Σε υποδέχεται καλόβολη βοή ανθρώπινης τέρψης και μηχανοργανωμένης εργασίας. "Να σας συστήσω τον Μπέμπη", λέει περνώντας μέσα. Κεφάλια χυμένα στην τσόχα αναταράσσονται ελαφρά παράγοντας ήχους, κάτι σαν "σσσσσς..." και "νέουσσς". Κι εσύ καταπίνεις το "Χαίρω πολύ" που έφτασε ώς τα δόντια σου. Εδώ οι άνθρωποι εργάζονται πιο σοβαρά απ' οπουδήποτε αλλού έχεις δει ανθρώπους να εργάζονται σοβαρά. "Ποιος μοιράζει τώρα χαρτί;" ακούς μια φωνή πνιγμένη στην ένταση. "Μα τι ακριβώς κάνουν, τι παίζουν;" ρωτάς τον διπλανό. "Δεν παίζουν, μπέμπη. Ποντάρουν. Διεκπεραιώνουν Ερευνητικές Εργασίες της Νέας Εποχής. Δεν μπορείς, όμως, να καθίσεις στο τραπέζι τους γιατί δεν έχεις μάρκες", άπαντα και ξαναβυθίζεται στην οικονομική στήλη της εφημερίδας του. Rien ne va plus! Έξοδος.
Η έξοδος, όταν τη βλέπεις από πίσω, μοιάζει με είσοδο, όπου περιμένουν κίτρινοι, κόκκινοι, πράσινοι. Πού και πού, κάποιος σκύβει και ρίχνει το μάτι του στην κλειδαρότρυπα. Αν μπλεδίσει αρκετά, το μάτι τραβάει στο εσωτερικό και το υπόλοιπο σώμα. Οι άλλοι μουρμουρίζουν κάτι για προδοσία, κι ύστερα ψιλοσπρώχνονται να πάρουν ένας-ένας θέση κοντά στην κλειδαρότρυπα.
"Πρέπει να βρω μάρκες", σκέφτεσαι καθώς συνεχίζεις την περιδιάβασή σου. Πού, όμως, δίνουν μάρκες; Γύρω σου κάθονται και σε κοιτούν ήσυχα πόρτες με απαστράπτουσες μικρές επιγραφές: "Καθηγητής-Χ-Περάστε-Βοήθεια-Σας". Αφού εδώ προσφέρεται βοήθεια, δεν έχεις παρά να τη ζητήσεις. "Μήπως γνωρίζετε πού μπορεί κανείς να βρει μάρκες;" ρωτάς την κοντινότερη πόρτα. "Καθηγητής-Χ-Περάστε-Βοήθεια-Σας", σου απαντά και σε καταπίνει.
Βρίσκεσαι πίσω από πλάτες ίδιου χρώματος. Δεν βλέπεις τίποτα πέρα από πλάτες. Μόνο ακούς. "Κυρίες και κύριοι (ξύσε με λίγο δεξιότερα), με πολύ κόπο (μη χαζεύεις, βρε βλάκα, θα μου κόψεις κανένα δάχτυλο με τον βρωμονυχοκόπτη σου), τι έλεγα; Α, με πολύ κόπο κατάφερα (μη μου γλείφεις τη μύτη τώρα πού μιλάω, μπερδεύομαι), κατάφερα, έλεγα, να εξασφαλίσω (σβήσε μου, παιδάκι μου, το τσιγάρο), να εξασφαλίσω έλεγα... Να, με κάνατε να ξεχάσω τι κατάφερα να εξασφαλίσω. Ευχαριστηθήκατε τώρα; Χαμένοι...". Οι πλάτες ορθώνονται σε στάση προσοχής. "Μάλιστα, Κύριε Καθηγητά!". Σε παίρνει το κύμα οργής που ξεσπάει: "Τι μάλιστα, ρε χαϊβάνια; Σας άρεσε που διακόψατε τον συλλογισμό μου;" Ψίθυροι, που μοιάζει να ψάλλουν το "Μάλιστα Κύριε"... Νέο κύμα οργής ξεσπά γεννώντας νέους ψιθύρους: "Μ' αφού δεν θέλει να του λέμε ποτέ όχι...". Πριν προλάβεις ν' ακούσεις περισσότερα, βρίσκεσαι πεταμένος έξω από την πόρτα του κ. Καθηγητή-Χ-Περάστε-Βοήθεια-Σας.
Προσγειώνεσαι με τη μούρη σε μια επιγραφή: "Εκλογές, Εξελίξεις μελών ΔΕΠ. Απαγορεύεται η είσοδος εις τους μη έχοντας εργασίαν". Κάνεις να γυρίσεις πίσω. "Επ, πού πάς; Είναι υποχρεωτικό να μπεις". Είναι πάλι ο τύπος που σου άνοιξε τα μάτια. Τούτη τη φορά, όμως, έχει γίνει γκρίζος~ σαν ποντικούλης. Και του πάει πολύ το καινούργιο του χρώμα. Υποψιάζεσαι πως σε συμπαθεί, γιατί, όπως φαίνεται, σ' ακολουθεί διακριτικά απ' την ώρα που σε γνώρισε: "Μα πως; Αφού γράφει ότι απαγ...", δικαιολογείσαι, μα σε διακόπτει: "Φαίνεται δεν ξέρεις ξένες γλώσσες. Στις γλώσσες αυτές, η επιγραφή σημαίνει πώς, αφού βρέθηκες μπροστά στην πόρτα, υποχρεούσαι να μπεις μέσα".
Εκεί μέσα είναι όλα πασπαλισμένα με κάτι πού θυμίζει πούδρα ή άχνη ζάχαρη. Ένα χιονισμένο "Μάθημα Ανατομίας". Οι Κριτές πηγαινοέρχονται με σκοτισμένο βήμα, φορώντας λευκές ποδιές, λευκά παπούτσια, λευκά γάντια, ψηλά λευκά καπέλα. Πρόσωπα καλυμμένα με τούλι. Σαν γάμος και σαν νοσοκομείο, σκέφτεσαι. Μα τι επισημότητα... "Ξέρεις, αυτό που βλέπεις είναι το παιχνίδι της αντικειμενικότητας", σου λέει στα κλεφτά ο ποντικούλης. "Πολύ σοβαρό παιχνίδι", συνεχίζει, "οι Κριτές φορούν τη στολή που συμπυκνώνει όλα τα χρώματα. Τώρα, όμως, βλέπε να μαθαίνεις, γιατί εδώ όλοι, με τη σειρά μας φυσικά, κάνουμε άλλοτε τον Κριτή κι άλλοτε τον Κρινόμενο. Όπως λένε κι οι Γραφές~ όποιος κρίνεται κρίνει κι όποιος παιδεύεται παιδεύει". Το μυστήριο και οι μύστες της Παιδεύσεως. Η σπουδαιότερη τελετή του Καντείου Πανεπιστημίου.
Στη μέση του χώρου βρίσκονται δύο ντιβάνια όπου ξαπλώνουν τους κρινόμενους. Το ένα ντιβάνι προσαρμόζεται από μόνο του με χάρη στο μπόι του ανθρώπου. Δεν προλαβαίνει να ξαπλώσει και... "τελειώσατε", του λένε ομοφώνως. "Με τις υγείες σας". Το άλλο ντιβάνι, με το που νιώσει πάνω του ανθρώπινο κρέας αρχίζει λίγο-λίγο να μακραίνει. "Βλέπετε και μόνος σας, είστε λίγο κοντύτερος", μουρμουρίζουν οι Κριτές. Τον τραβούν λοιπόν κι ο κακομοίρης μουγκρίζει και δαγκώνεται και τεντώνεται ώσπου το μπόι του να φτάσει το μήκος του ντιβανιού. "Φαίνεται πως κάτι έγινε", ακούγεται να λέει κάποιος. "Καλά τα πάμε...". Μα, ξάφνου, το ντιβάνι αρχίζει να μικραίνει. Σε λίγο ο δυστυχής νιώθει να περισσεύει το μισό του κεφάλι και λίγο απ' τα ποδάρια του. Ξεφυσά και μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια του: "Και όμως κινείται!". Αυτός που μοιάζει να 'ναι ο επικεφαλής των Κριτών του δίνει ένα φιλί στο μέτωπο λέγοντας: "Αγαπητέ μου, από την εποχή τον Γαλιλαίου, όλοι αυτό λένε. Εν προκειμένω, όμως, εσύ είσαι αυτό πού κινείται. Είσαι απροσάρμοστος. Κι είναι χρέος μας να σε βοηθήσουμε. Και πρόσεξε, το έργο αυτό που επιτελούμε δεν προσφέρεται παρά από αίσθημα ευθύνης. Δωρεάν. Αντί λοιπόν να δυσανασχετείς, κοίτα να μάθεις πώς προσαρμόζεται σωστά ένα πόδι ή ένα κεφάλι. Αλήθεια, προτιμάς πόδι ή κεφάλι;" Παρακολουθείς τη διαδικασία αυτής της κρίσης με δεμένο το στομάχι. Έτσι εκπαιδεύονται οι εκπαιδευτές. Χειροκροτήματα και "ΟΥΡΑ!" και "εις ανώτερα, σιδεροκέφαλος!". Και το εννοούν το σιδεροκέφαλος. Όσοι έχουν την τύχη να μην τους καλοέρχεται το νέο σιδερένιο τους κεφάλι, τυλίγονται με πολύχρωμα χαρτιά και κορδέλες, δώρο στον σκουπιδοφάγο. Ξανά χειροκροτήματα και "ΟΥΡΑ!" και "Καλοφάγωτος!".
Έχεις ιδρώσει από την κατάνυξη. Προσπαθώντας να αφομοιώσεις τους πολύπλοκους συλλογισμούς που αποδεικνύουν επιστημονικά και πέραν πάσης αμφιβολίας ότι όλα τα δάκτυλα δεν είναι ίσα, περνάς αφηρημένος την πύλη του Πρυτανείου. Στο Πρυτανείον, ως γνωστόν, συντρώγουν δωρεάν οι πρυτάνεις. Είναι γνωστά αυτά από την ιστορία του γυμνασίου. Δεν σου είχε, όμως, περάσει ποτέ από το μυαλό τι απίθανη ευθύνη και τι βραχνάς έχει γίνει στην εποχή μας αυτή η δωρεάν σίτιση. Οι καλοί πρυτάνεις του Καντείου, πού ιδρώνουν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην των καλοχρώμων υπηκόων τους, θα πρέπει, έτσι λέει το έθιμο, να γευτούν όλα τα εδέσματα που εξασφαλίστηκαν και μαγειρεύτηκαν με τη μεσολάβησή τους. Ούτε ψύλλος στον κόρφο των σιτιζομένων στο Πρυτανείον. Πώς μπορούν τόσο λίγοι άνθρωποι να ευχαριστήσουν όλον αυτό τον κόσμο, που από καρδίας κουβαλάει ζεστές μερίδες καλομαγειρεμένων ευρωπαϊκών και λοιπών Προγραμμάτων; "Ευχαριστώ, έχω φάει και στο σπίτι", λένε οι καημένοι~ και συνεχίζουν μ' έναν μικρό αναστεναγμό: "Θα πρέπει ωστόσο να δοκιμάσω λίγο~ μια μπουκίτσα. Να μην σας προσβάλω...".
"Next, please!". Βλέπεις την ουρά και τους λυπάσαι. Πώς θα τις χωνέψουν όλες μαζί τόσες πολλές μικρές μπουκίτσες!
Γεμάτος ανησυχία για τη μοίρα τους, συνεχίζεις τη βόλτα όταν, ξαφνικά, σε σταματά και πάλι ο καλός σου ο ποντικούλης. "Εδώ, πίσω από την κουρτίνα, γίνονται οι Συνεδριάσεις. Θέλεις να δεις;" Παραμερίζεις λίγο το παραπέτασμα και κοιτάς. Χαμός! Χαρτοπόλεμος, σερπαντίνες, καραμούζες, μάχες κανονικές με βασιλιάδες, βασίλισσες, άλογα, πύργους, αξιωματικούς και πιόνια. Κάθονται στα έδρανα και φυσούν σαπουνόφουσκες η μια ομάδα ενάντια στην άλλη. Όλα εδώ φαίνεται πως έχουν να κάνουν με την έδρα. Αγώνες εντός κι εκτός έδρας: 1-2-Χ. Πανζουρλισμός. "Κάτσε κάτω, ρε...", "Παρακαλώ, apres vous...", "Σκίστε τους την έδρα...". Τι ευγενικά παιχνίδια... "Σημασία έχει το φίλαθλον πνεύμα", λέει σοβαρά o ποντικούλης~ "πάντα αυτό πρέπει να βγαίνει νικητής". Και χύνεται στον καβγά. Σε λίγο, με τη διακριτική βοήθεια των μπλε, οι ροζ και οι γκρίζοι τρώνε την έδρα των κίτρινων και των πράσινων. Τότε πια όλοι μαζί, αδιακρίτως χρωμάτων, πιάνονται χέρι-χέρι, τραγουδούν χαρούμενα την προσευχή κι αποχωρούν ευχόμενοι ο ένας στον άλλον "και εις άλλα, και εις άλλα". Ύστερα, τα φώτα χαμηλώνουν κι οι κλητήρες σκουπίζουν τα πτώματα από το χαλί.
Το Κάντειον Πανεπιστήμιο, ευτυχώς, μένει καλά κλεισμένο πίσω απ' τον καθρέφτη. Οι ήρωες της ιστορίας μας δεν είναι παρά είδωλα αντεστραμμένα κι η λογική του Καντείου δουλεύει ανάποδα απ' τη δική μας. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τα είδωλα με τους εαυτούς μας, γιατί δεν έχουμε κοινό μέτρο. Δεν μπορούμε να συστήσουμε λογικά καμιά αναλογία, γιατί δεν έχουμε τρόπο να μεταγράψουμε στον ίδιο κώδικα ταυτόχρονα τον κόσμο του παραμυθιού και τον κόσμο πού βιώνουμε. Δεν μπορούμε να αναποδογυρίσουμε το πανεπιστήμιο, γιατί είμαστε μέσα του και μας κουβαλάει. Εκτός κι αν δεν θέλουμε να είναι έτσι τα πράγματα. Αν δεν θέλουμε πια να χωράμε σ' αυτά. Εκτός κι αν, δηλαδή, κάποτε κατορθώσουμε να διαβάσουμε λιγότερο ακαδημαϊκά και αφηρημένα εκείνον τον αφορισμό του γερο-Μαρξ που διδάσκουμε στους φοιτητές μας και που λέει πως, αν δεν βαλθούμε ν' αλλάξουμε τον κόσμο, δεν καταλαβαίνουμε παρά όσα μας υπαγορεύουν η τάξη κι η βολή που προκαταλαμβάνουν την ύπαρξη και τη σκέψη μας.


Ο Νίκος Θεοτοκάς διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Αυγή 17 Οκτωβρίου 2004